Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός | Ορθόδοξοι Πατέρες Our Lord Jesus Christ | Orthodox Fathers

»»»    Ο Βίος του Χριστού / 60. Ο Ιησούς ενώπιον του Πιλάτου

60. Ο Ιησούς ενώπιον του Πιλάτου


«Επί Ποντίου Πιλάτου» — Ο Ιησούς ενώπιον του Πιλάτου — Το αόρατον της κατηγορίας — «Συ ει ο Βασιλεύς των Ιουδαίων;» — «Τι εστιν αλήθεια;» — Πρώτη αθώωσις — Αγριότης των Ιουδαίων — Ο Ιησούς ενώπιον του Ηρώδου — Ιησούν ή τον Βαραββάν; — «Σταύρωσον, σταύρωσον Αυτόν» — Η μαστίγωσις — Ο Αγκάθινος Στέφανος — «Ίδε ο Άνθρωπος» — «Ουκ έχομεν Βασιλέα ειμί Καίσαρα» — Ο φόβος του Πιλάτου — Απονίπτει τας χείρας — «Το αίμα Αυτού εφ' ημάς και επί τα τέκνα ημών» — Η πλήρωσις της αράς

«Σταυρωθέντα υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου» — Ούτω εν τω Συμβόλω της Χριστιανικής Πίστεως φέρεται απαίσιον το όνομα του Ρωμαίου Πραίτωρος, το παραδεδομένον εις αιωνίαν αράν και μίσος. Και όμως ο σκοπός της εισαγωγής του ονόματος τούτου δεν ήτο να υποδειχθή ηθικόν τι συμπέρασμα, αλλά μόνον να προσδιορισθή εποχή τις· και, πράγματι, εξ όλων των πολιτικών και θρησκευτικών αρχόντων ενώπιον των οποίων ο Ιησούς προσήχθη εις δίκην, ο Πιλάτος ήτο ο ολιγώτερον ένοχος επί πονηρία ή έχθρα, ο προθυμότερος δε, αν όχι να φεισθή της αγωνίας Του, τουλάχιστον να σώση την ζωήν Του.

Ποίος τις άνθρωπος ήτο εκείνος, εις τας χείρας του οποίου ετέθη, ως ήτο δεδομένον άνωθεν, η ζωή του Σωτήρος; Περί της περιελεύσεώς του και περί των προηγουμένων του προς του 26 μ. Χ. έτους, ότε κατέστη ο έκτος πραίτωρ της Ιουδαίας, ολίγα είνε γνωστά. Κατά τον βαθμόν ανήκε εις την ιππικήν τάξιν και ώφειλε τον διορισμόν του εις την επιρροήν του Σεϊανού. Το όνομά του Πόντιος φαίνεται να υποδεικνύη Σαμνιτικήν καταγωγήν· το επώνυμόν του Πιλάτος υπεμφαίνει στρατιωτικήν γενεαλογίαν. Προωνύμιον, εάν είχε, δεν διεσώθη. Εν Ιουδαία είχεν ενεργήσει μεθ' όλης της αλαζονικής σκληρότητος του τυπικού Ρωμαίου διοικητού. Μόλις είχεν εγκαθιδρυθή ως Προκουράτωρ, όταν, επιτρέψας εις τους στρατιώτας του να φέρωσι μεθ' εαυτών διά νυκτός τους αργυρούς αετούς και άλλα σήματα των λεγεωνών από Καισαρείας εις την Αγίαν Πόλιν, προυκάλεσε μανιώδη την έκρηξιν του ιουδαϊκού αισθήματος εναντίον μιας πράξεως την οποίαν εθεώρουν ως ειδολολατρικήν βεβήλωσιν. Επί πέντε ημέρας και νύκτας, πολλαχού κείμενοι πρηνείς επί του εδάφους του γυμνού, περιεκύκλουν και σχεδόν εφώρμων κατά του καταλύματός του εν Καισαρεία, με θορυβώδεις και απειλητικάς διαμαρτυρίας και δεν επείσθησαν ν' απόσχωσι κατά την έκτην, ουδέ προ του κινδύνου αδιακρίτου σφαγής υπό των στρατιωτών τους οποίους είχε στείλη να τους περικυκλώσωσι. Τότε κατηφής υπεχώρησε, και η πρώτη αύτη πείρα της φανατικής διαθέσεως του λαού με τον οποίον είχε να πράξη μεγάλως συνετέλεσε να δηλητηριάση την όλην διοίκησίν του δι' αισθήματος υπερβαλλούσης αηδίας.

Η στάσις των Ιουδαίων κατά τινα δευτέραν ευκαιρίαν ήτο ίσως ολιγώτερον δικαιολογημένη, αλλά θα ηδύνατο ευκόλως ν' αποτραπή, εάν ο Πιλάτος είχεν εκμελετήσει τον χαρακτήρα των ολίγω προσεκτικώτερον, και έτρεφε περισσότερον σέβας εις την δεσπόζουσαν τούτων δεισιδαιμονίαν. Επειδή η Ιερουσαλήμ έπασχε πάντοτε εκ λειψυδρίας, ο Πιλάτος επεχείρησε να κτίση υδραγωγείον, από των Λάκκων του Σολομώντος. Επειδή δε εθεώρει τούτο ως δημοσίας ευεργεσίας υπόθεσιν, μετεχειρίσθη τινά των χρημάτων των από του Κορβανά ή του ιερού θησαυροφυλακείου· πλην ο λαός εξηγέρθη μανιώδης εναντίον του επί τη καταχρήσει ταύτη του ιερού θησαυρού. Ο Πιλάτος τότε μετημφίεσε πληθύν τινα στρατιωτών εν ιουδαϊκώ σχήματι, και έπεμψε τούτους μεταξύ του όχλου, μετά μαχαιρών και ροπάλων κεκρυμμένων υπό τα ενδύματά των, διά να τιμωρήσωσι τους αρχιστασιώτας. Τότε εφόνευσαν ουκ ολίγους εκ των ενόχων και των αθώων, εν δε τη συγχύσει και τη ταραχή πολλοί κατεπατήθησαν και απέθανον υπό τους πόδας του τρομάξαντος όχλου. Ούτω ο Πιλάτος έδωκεν επισήμως εις τους στρατιώτας το παράδειγμα της πολιτικής δολοφονίας. Εκτός των δύο τούτων στάσεων του λαού, και άλλης τρίτης, την οποίαν διηγείται ο Φίλων, ακούομεν εκ των Ευαγγελίων περί τινος στάσεως, καθ' ην ο Πιλάτος ανέμιξε το αίμα των Γαλιλαίων με τας θυσίας των.

Τοιούτος ήτο ο Πόντιος Πιλάτος, τον οποίον αι πομπαί και οι κίνδυνοι της μεγάλης ενιαυσίου εορτής είχον καλέσει από της συνήθους του έδρας εν Καισαρεία τη Φιλίππου εις την πρωτεύουσαν του έθνους το οποίον απεστρέφετο, και εις το κέντρον του φανατισμού τον οποίον περιεφρόνει. Εν Ιερουσαλήμ κατείχεν έν των δύο παλατίων τα οποία είχον εγερθή αυτόθε υπό της αρχιτεκτονικής ασωτίας του πρώτου Ηρώδου. Έκειτο εν τη Άνω Πόλει, νοτιοδυτικώς του Λόφου του Ναού, και εκαλείτο το Πραιτώριον του Ηρώδου, ήτο δε πολυτελέστατον, και άξιον του εκστατικού θαυμασμού του Ιωσήπου. Αλλ' όμως ούτε ο Πιλάτος ούτε οι προκάτοχοι του το εχαίροντο διά πολύν καιρόν. Ο φανατισμός του λαού καθίστα την εν Ιερουσαλήμ διαμονήν πολύ ανιαράν δι' αυτούς. Μόνον κατά τας μεγάλας Ιουδαϊκάς εορτάς ότε ήτο πιθανόν να διαταραχθή η τάξις, ήσαν ηναγκασμένοι να διατρίβωσιν επ' ολίγας ημέρας εν Ιερουσαλήμ, το δε μεγαλοπρεπές παλάτιον ήτο κτισμένον ως επί σωρευμένης λάβας υφαιστείου.

Εντός του παλατίου τούτου, επί ομοίου του οποίου εις τας ημέρας της ελευθερίας Του δεν είχε πατήσει ο Θεάνθρωπος, ήρχισεν, εις τρεις διακεκριμένας πράξεις, το τέταρτον στάδιον της ταραχώδους εκείνης σκηνής, ήτις προηγήθη της τελευταίας αγωνίας του Χριστού. Ήτο διάφορον παρά την ματαίαν εξέτασιν του Άννα, την προς ομολογίαν εκβίασιν του Καϊάφα, την έκνομον του Συνεδρίου απόφασιν· διότι εδώ ο δικαστής Του ήτο εύνους προς Αυτόν, και με όλην την δύναμιν ασθενούς υπερηφανείας, με όλην την τόλμην ενόχου ανανδρίας, με όλον τον έλεον του οποίου αιμοχαρής φύσις είνε δεκτική, προσεπάθησε να Τον απαλλάξη. Η τελευταία αύτη δίκη είνε πλήρης πάθους και κινήσεως· εμπεριέχει τριπλήν μεταβολήν σκηνής, τριπλήν κατηγορίαν, τριπλήν αθώωσιν υπό των Ρωμαίων, τριττάς διαμαρτυρίας και επιμονήν των Ιουδαίων και νουθεσίαν προς τον Πιλάτον, και τριττάς προσπαθείας εκ μέρους του υπέρ απαλλαγής του θύματος.

Ήτο πιθανώς περί την πρώτην ώραν της ημέρας (7 π. μ), ότε, φρονούντος ότι εκπτοούσι τον Πραίτωρα διά του αριθμού και της αξιοπρεπείας των, η επιβάλλουσα πομπή των Συνέδρων και Ιερέων, ηγουμένου αναμφιβόλως του Καϊάφα αυτού, ωδήγησαν τον Ιησούν, με σχοινίον περί τον λαιμόν (τοιαύτη είνε η αρχαία παράδοσις της Εκκλησίας, και ο Μέγας Βασίλειος αποδίδει εις τούτο την αρχήν του φαιλονίου διά τους επισκόπους και ιερείς) από της αιθούσης των συνελεύσεών των, διά της μακράς οδού, ενώπιον πάσης της πόλεως, θέαμα αγγέλοις και ανθρώποις.

Ταραχθείς εκ του εωθινού της ώρας, και υποπτεύων ίσως Πασχάλιόν τινα αταξίαν σοβαρωτέραν του συνήθους, ο Πιλάτος εισήλθεν εις το Κριτήριον, όπου ο Ιησούς είχε προσαχθή, εν συντροφία, ως φαίνεται πρόδηλον, τινών εκ των κατηγόρων Του, και των βαθύτερον ενδιαφερομένων εν τη δίκη Του. Επειδή κατά τον βαθμόν ήτο Προκουράτωρ, ο Πιλάτος δεν είχε καίστωρα ή ανακριτήν, και διά τούτο ήτο υποχρεωμένος να κρίνη όλας τας δίκας μόνος του. Εν τη περιστάσει ταύτη ευλόγως ηρνήθη ν' αναλάβη την ευθύνην της θανατώσεως χωρίς να συμμετάσχη της δίκης, ότε μη θέλων να γείνη τυφλόν όργανον της δεισιδαιμονίας της Ιουδαϊκής.

Αλλ' οι μεγάλοι Ιουδαίοι ιεράρχαι, απέχοντες από του λειτουργικού μιάσματος, αλλ' όχι από του αίματος — φοβούμενοι διά την ζύμην, αλλ' όχι το αθώον αίμα — δεν ηθέλησαν να εισέλθωσιν εις την αίθουσαν του Εθνικού, «ίνα μη μιανθώσιν, αλλ' ίνα φάγωσι το Πάσχα». Μετά τινος δυσθυμίας, αλλ' εν συγκαταβάσει προς ό,τι εθεώρει ως ευτελή δεισιδαιμονίαν υποδεεστέρας φυλής, ο Πιλάτος εξέρχεται προς αυτούς υπό τον φλέγοντα πρωινόν ήλιον του έαρος της Παλαιστίνης. Δι' ενός βλέμματος ο Πιλάτος ενόησε τα άγρια πάθη των κατηγόρων, εθαύμασε το πράον άφατον μεγαλείον του θύματος, και η ερώτησίς του είνε αυστηρώς βραχεία: «Τίνα κατηγορίαν φέρετε κατά του ανθρώπου τούτου;» Η ερώτησις τους εξάφνισε, και έδειξεν αυτοίς ότι οφείλουσι να παρασκευασθώσι προς απροκάλυπτον ανταγωνισμόν. Ο Πιλάτος προφανώς εσκόπει δικαστικήν εξέτασιν· εκείνοι επερίμενον μόνον άδειαν να φονεύσωσι, και να φονεύσωσιν ουχί δι' ιουδαϊκής μεθόδου εκτελέσεως, αλλά δι' άλλης την οποίαν εθεώρουν ως φρικωδεστέραν και μάλλον επάρατον.

Εντεύθεν το μισητόν όνομα «ο Κρεμασμένος», το οποίον προσάπτεται εις τον Χριστόν υπό του βδελυρού και ανοήτου βιβλίου, του Ταλμούδ· και οι Χριστιανοί καλούνται «οι δούλοι του Κρεμασμένου». Οι λόγοι ους είχον όπως επιθυμώσι την σταύρωσίν Του δυνατόν να υπήρξαν πολλαπλοί, εκτός των συμφωνών αφορμών του μίσους και του φθόνου. Πρώτον, η σταύρωσις θα ητίμαζε διά πάντοτε το όνομα και την μνήμην του Ιησού· δεύτερον, θα καθίστα τας Ρωμαϊκάς αρχάς συνενόχους εν τη ευθύνη του φόνου· τρίτον, μεγάλως θα εμείου πάσαν δυνατήν πιθανότητα οχλαγωγίας υπέρ του καταδίκου.

«Ειμή ην ούτος κακοποιός, ουκ αν σοι παρεδώκαμεν Αυτόν». Αύτη υπήρξεν η αόριστος και δολία απάντησίς των. Αλλ' ο Πιλάτος δεν θα κατεδέχετο να γείνη εκτελεστής, χωρίς να γείνη δικαστής πρώτον. «Λάβετε, είπεν, Αυτόν υμείς και κατά τον Νόμον υμών κρίνατε Αυτόν». Αλλά τώρα ούτοι βιάζονται εις την ταπεινωτικήν ομολογίαν, ότι δεν επιτρέπεται εις αυτούς δικαστικώς να θανατώσωσι· διότι ήτο γεγραμμένον εις τας αιωνίους βουλάς ότι ο Χριστός έμελλε ν' αποθάνη, ουχί δι' ιουδαϊκής λιθοβολήσεως ή στραγγαλισμού, αλλά διά της Ρωμαϊκής εκείνης ποινής, ήτις ενεποίει εις τους Ιουδαίους ανέκφραστον φρίκην, ήτοι διά σταυρώσεως· ότι έμελλε να βασιλεύση από του Σταυρού Του· ν' αποθάνη τον φοβερώτατον εκείνον θάνατον, τον δημόσιον, τον βραδύν, τον ευσυνείδητον, τον επάρατον, τον εν αγωνία· τον χείριστον των δυνατών θανάτων, και το χείριστον αποτέλεσμα της αράς εκείνης, ην έμελλε να καταργήση διά πάντοτε. Παραλείποντες άρα προς το παρόν την κατηγορίαν της βλασφημίας, ήτις δεν ήρμοζεν εις τον σκοπόν των, ερράγησαν εις τρικυμίαν προπηλακισμών εναντίον Του, εν ή ευδιάκριτοι είνε αι τριτταί κατηγορίαι ότι διαστρέφει το έθνος, ότι κωλύει την πληρωμήν των φόρων, ότι αποκαλεί Βασιλέα Εαυτόν. Και αι τρεις κατηγορίαι ήσαν καταφώρως ψευδείς, και η τρίτη ήτο τόσω ψευδεστέρα όσω εμπεριέκλειε κόκκον αληθείας. Αλλ' αφού δεν έφερον κατά του Ιησού αποδείξεις ή μαρτυρίας, ο Πιλάτος, εις ου όλην την γλώσσαν και την συμπεριφοράν είνε καταφανής η αηδία, φαρμακευομένη διά του φόβου τον οποίον οι Ιουδαίοι ενέπνεον αυτώ, καταδέχεται να λάβη υπ' όψιν την τρίτην κατηγορίαν μόνον, και θέλει να δοκιμάση αν ο υπόδικος θα ομολογήση τίποτε. Αφήσας το ανυπόμονον Συνέδριον και τον λυσσώντα όχλον επέστρεψεν εις την αίθουσαν του Κριτηρίου. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μόνος μας διετήρησε την συμβάσαν τότε σκηνήν. Εκεί, ο Πιλάτος, αισθανόμενος ήδη παρά τω δεσμώτη ευγένειάν τινα ήτις συνεκίνει την ρωμαϊκήν φύσιν του, ηρώτησεν αυτόν μετ' οικτίρμονος θαυμασμού, «Συ ει ο Βασιλεύς των Ιουδαίων;» Συ, ο ωχρός, ο έρημος, ο άφιλος, ο κεκμηκώς και οδυνώμενος με την πενιχράν περιβολήν, με τας δεμένας χείρας και τα άτιμα ίχνη των ύβρεων των εχθρών Σου επί του προσώπου Σου και επί των ενδυμάτων Σου, &Συ ει ο βασιλεύς των Ιουδαίων;& Υπάρχει μία βασιλεία την οποίαν ο Πιλάτος και οι όμοιοι αυτώ δεν δύνανται να εννοήσωσι, βασιλεία αγιότητος, υπεροχής και αυτοθυσίας. Να είπη όχι θα εσήμαινε να νοθεύση την αλήθειαν· να είπη Ναι θα εσήμαινε ν' αποπλανήση τον ερωτώντα· «Αφ' εαυτού συ λέγεις τούτο, απαντά μετ' ευγενούς αξιοπρεπείας, ή άλλοι σοι είπον περί Εμού;» «Μήτι εγώ Ιουδαίος ειμι; απαντά μετά περιφρονήσεως ο Πιλάτος. Το έθνος το Σον και αρχιερείς παρέδωκάν Σε εμοί. Τι εποίησας;»

Τι εποίησεν; έργα θαύματος, και ελέους, και δυνάμεως, και αθωότητος, και μόνα ταύτα. Αλλ' ο Ιησούς επανέρχεται εις το πρώτον ερώτημα νυν ότε παρεσκεύασε τον Πιλάτον όπως εννοήση την απόκρισιν· Ναι, είνε Βασιλεύς· αλλ' όχι εκ του κόσμου τούτου· όχι εντεύθεν· όχι Βασιλεύς υπέρ ου οι υπηρέται Του θα πολεμήσωσιν. Ουκούν Βασιλεύς ει Συ;» είπεν ο Πιλάτος προς Αυτόν εν απορία· Ναι, αλλ' όχι Βασιλεύς εις την χώραν ταύτην του ψεύδους και της σκιάς, αλλ' Είς όστις εγεννήθη ίνα μαρτυρήση υπέρ της αληθείας, και Είς τον οποίον όλοι οι όντες εκ της αληθείας οφείλουσι ν' ακούσωσι. «Τι εστιν αληθεία;» ηρώτησεν ανυπομόνως ο Πιλάτος. Τι είχε να κάμη αυτός, είς πολυάσχολος πρακτικός ρωμαίος διοικητής, με τοιαύτας αφηρημένας ιδέας; ποίαν ροπήν είχον αύται επί του ζητήματος της ζωής και του θανάτου; τι φρεναπάτη, τι φαντασία ήτον αυτή; Αλλ' όμως, καίτοι υπεροπτικώς έβαλε το ζήτημα κατά μέρος, συνεκινήθη και αυτός. Η πείρα, η γνώσις της ανθρωπίνης φύσεως, ήτις τον έκαμε να εισδύη κάπως εις τους χαρακτήρας των ανθρώπων, έδειξεν αυτώ ότι ο Ιησούς ήτο όχι μόνον αθώος, αλλ' ασυγκρίτως ευγενέστερος και καλλίτερος από τους λυσσώντας κατηγόρους Του. Εθεώρησε τον ενώπιόν του δεσμώτην ως αθώον και υψίφρονα ονειροπόλον, τίποτε περισσότερον, Και αφήσας τον Ιησούν εκεί, εξήλθε πάλιν προς τους Ιουδαίους, και απήγγειλε την πρώτην εμφαντικήν και ανενδοίαστον αθώωσιν: «Εγώ ουδεμίαν ευρίσκω εν Αυτώ αιτίαν».

Αλλ' η δημοσία και αποφασιστική αύτη απόλυσις μόνον ανερρίπισε την μανίαν των εχθρών Εκείνου εις αγριωτέραν ακόμη φλόγα. Έπρεπε το Θύμα τούτο, το οποίον μετά τόσου κόπου έβαλαν εις τους όνυχάς των, να σωθή από της μανίας των Αρχιερέων και αρχόντων, διά της υπερφροσύνης ή του οίκτου ενός ειδωλολάτρου υβριστού; Ήτο αφόρητον. Αι φωναί των υψώθησαν εις διαβολικώτερον ακόμη θόρυβον. Είνε πλάνος! ανεστάτωσε τον λαόν διά της διδασκαλίας Του, κατά μήκος και πλάτος της χώρας, αρξάμενος από της Γαλιλαίας μέχρις ενταύθα.

Μεταξύ των συγκεχυμένων και εμπαθών τούτων κραυγών, το πρακτικόν ους του Πιλάτου συνέλαβε το όνομα της Γαλιλαίας, και ενόησεν ότι η Γαλιλαία υπήρξεν η πρώτη σκηνή της διδασκαλίας του Ιησού. Ανυπομονών να εύρη ευκαιρίαν όπως διεξαγάγη το ταχύτερον υπόθεσιν εξ ης επεθύμει να είνε ελεύθερος, εσκέφθη, μετά πολιτικής δεξιότητος, ν' απαλλαγή οχληρού και δυσμηχάνου δεσμώτου, να σωθή από δυσχερούς αποφάσεως, και να φανή περιποιητικώς προς τον μη φίλα φρονούντα τετράρχην της Γαλιλαίας, όστις ως συνήθως, είχεν έλθη εις Ιεροσόλυμα· ονόματι μεν διά να τηρήση το Πάσχα, πράγματι δε διά ν' αρέση εις τους υπηκόους του, και να χαρή τας απολαύσεις και τας εορτάς τας προσφερομένας κατά την ώραν ταύτην υπό της κοσμοπλημμυρισμένης πρωτευούσης. Κατ' ακολουθίαν ο Πιλάτος, χαίρων κρυφίως διότι απένιπτε τας χείρας από δυσχερεστάτης ευθύνης, έπεμψε τον Ιησούν προς Ηρώδην τον Αντίπαν, και ούτω, διά των πολυανθρώπων, στενών οδών, εν μέσω της χλεύης και των μυκτηρισμών του πλήθους, ο Πάσχων, ο εν πληγή ων και δυνάμενος φέρειν μώλωπας, εσύρθη και πάλιν.

Είπομεν ήδη περί Ηρώδου του Αντίπα αρκετά, και αγνοώ αν η Ιστορία, εν τη μεγάλη πινακοθήκη των εικόνων της, περιέχει μυσαρωτέραν μορφήν της του φαύλου τούτου και παναθλίου Σαδδουκαίου, του τυραννίσκου του πεπνιγμένου εις την ακολασίαν και το αίμα. Προς αυτόν απηυθύνθη η μόνη καθαρώς ονειδιστική έκφρασις την οποίαν ο Ιησούς μετεχειρίσθη ποτέ («Είπατε τη αλώπεκι ταύτη.»). Δεισιδαιμονία και απιστία συνήθως συμβαδίζουσι· κεκηρυγμένοι άθεοι επίστευον εις τας οιωνοσκοπίας, και οι μη πιστεύοντες εις Θεόν πιστεύουσιν εις φαντάσματα. Ο Αντίπας εχάρη να ίδη τον Ιησούν. Από πολλού επεθύμει να Τον ίδη ένεκα των φημών τας οποίας είχεν ακούσει· και ο φονεύς ούτος των προφητών ήλπιζεν ότι ο Ιησούς, χάριν φιλοφροσύνης προς την Βασιλείαν, θα ετέλει θαύμα τι όπως τέρψη την χάσκουσαν περιέργειάν του. Προσεφώνησε και ηρώτησε τον Ιησούν διά πολλών λόγων, αλλά δεν εκέρδισεν ουδέ συλλαβήν εις απάντησιν. Ο Κύριος ημών αντεμετώπισεν όλας τας μικροπρεπείς ερωτήσεις του διά του μεγαλείου της σιωπής. Προς τοιούτον άνθρωπον, ο λόγος θα ήτο βεβήλωσις. Τότε όλη η αγρία χυδαιότης του ανθρώπου εξήλθεν εις την επιφάνειαν άνω του επιχρίσματος της επιπολαίου μορφώσεως. Κατεγέλασαν τον Ιησούν, αυτός και οι νόθοι οι αυλικοί του, Τον κατεγέλασαν ως Ιερέα και ως Προφήτην. Εμπαίξας την πτωχείαν Του και την αθωότητά Του διά «λαμπράς εσθήτος» (πιθανώς λευκής), ο άνομος ηγεμονίσκος τον έπεμψεν οπίσω προς τον Πιλάτον, προς ον σχεδόν συνδιηλλάγη ήδη κατόπιν μακράς έχθρας. Πλην ηρκέσθη εις τας σκληράς ταύτας ύβρεις. Δεν έδειξεν ότι τον εθεώρει ως πταίστην, αλλ' ως πρόσωπον περιγελασμού άξιον. Απεδύθη δε επισήμως πάσαν ευθύνην ως προς την έκβασιν της δίκης. Καίτοι οι Αρχιερείς και οι Γραμματείς ίσταντο περί τον θρόνον του ομοθύμως παροτρύνοντες αυτόν εις νέον και στυγερώτερον φόνον διά των κατηγοριών των, εκείνος κατ' ουσίαν έδειξεν ότι ενόμιζε τας κατηγορίας των ασυστάτους, μεταχειρισθείς ταύτας μετ' ευτραπελίας. Αύτη υπήρξεν η πέμπτη δοκιμασία του Ιησού, και η δευτέρα δημοσία αθώωσίς Του.

Και τώρα, καθώς εστάθη πάλιν ενώπιόν του αμηχανούντος και ενδοιάζοντος Πραίτωρος, ήρχισεν η έκτη, η τελευταία, η ταραχωδεστέρα και πλέον εναγώνιος φάσις της τρομεράς ταύτης εξετάξεως. Τώρα ήτο καιρός διά τον Πιλάτον να πράξη εν καθαρά πεποιθήσει, σώζων εαυτόν διά πάντοτε από της αμαρτίας του αθώου αίματος. Εξήλθε πάλιν έξω, και καθίσας επί μεγαλοπρεπούς βήματος, ίσως επί του χρυσού θρόνου του Αρχελάου, όστις ετέθη επί του υψηλού λιθοστρώτου των πολυχρόων μαρμάρων, του Γαββαθά — εκάλεσε τους Ιερείς, τους εκ του Συνεδρίου, και τον λαόν έμπροσθέν του, και σοβαρώς είπεν αυτοίς ότι είχον φέρει τον Ιησούν εις το δικαστηριόν του ως αρχηγόν στάσεως και ταραχής· ότι μετά πλήρη και ακριβή εξέτασιν, αυτός, ο ρωμαίος διοικητής των, είχεν εύρει τον δεσμώτην των απολύτως αθώον των κατηγοριών τούτων· ότι είχε πέμψει Αυτόν προς τον Ηρώδην, τον ομαίμονα βασιλέα των, και ότι κ' εκείνος ωσαύτως είχε φθάσει εις το συμπέρασμα ότι ο Ιησούς δεν είχε πράξει έγκλημα άξιον θανάτου. Και τώρα ήλθε δι' αυτόν η χρυσή ευκαιρία να διεκδικήση το μέγεθος της δικαιοσύνης της πατρίδος του, και επειδή Τον είχε κηρύξει απολύτως αθώον, να Τον αφήση απολύτως ελεύθερον. Αλλ' ακριβώς εις το σημείον τούτον αμφεταλαντεύθη και εσυνθηκολόγησεν. Ο φόβος νέας επαναστάσεως τον εβάρυνεν ως εφιάλτης. Εφάνη πρόθυμος να υποχωρήση κατά το ήμισυ διά ν' αρέση εις τους επικινδύνους τούτους σκευωρούς. Διά να τους δικαιολογήση, οιονεί, εις την κατηγορίαν των, θα επαίδευε τον Ιησούν — θα Τον εμαστίγωνε δημοσία, ως διά να καταστήση τας αξιώσεις Του γελοίας θα Τον εξηυτέλιζε, και είτα θα Τον απέλυε. Και η ιδέα αύτη του να τον απολύση τον έκαμε να ενθυμηθή έν άλλο μέσον ελικοειδούς πολιτικής. Αυτός τε και ο λαός ανελογίσθησαν ότι το είχον ως πασχάλιον έθιμον ίνα απολύη προς χάριν των ένα κατάδικον κατά την εορτήν. Προσεφέρθη άρα ν' απολύση τον Ιησούν, ως πράξιν όχι δικαιοσύνης, αλλά χάριτος.

Τοιαύτην πρότασιν εισηγούμενος, και παραιτηθείς ούτω άκων την αρίστην των προνομιών του, έπραττεν εναντίον νουθεσίας την οποίαν είχε λάβη. Η νουθεσία αύτη συνίστατο εις την βαθείαν υποψίαν, το ισχυρόν προαίσθημα, το οποίον εδέσποζεν αυτού, καθώς προσέβλεπεν εις τον κύπτοντα και σιωπώντα δεσμώτην. Αλλά τώρα ήλθε και δευτέρα νουθεσία, ήτις εις συνήθη Ρωμαίον, και Ρωμαίον ενθυμούμενον τον φόνον του Καίσαρος και το όνειρον της Καλαυορνίας, θα ηδύνατο να φανή απαισία άμα και θεόπεμπτος. Η σύζυγός του, Κλαυδία Πρόκλα, έπεμψε δημοσία μήνυμα προς αυτόν, εκεί ως εκάθητο εις το πραιτώριον, ότι εις τας πρωινάς ώρας, ότε τα όνειρα είνε αληθή, είδε τρομερόν όνειρον εν σχέσει προς τον Δίκαιον εκείνον. «Μηδέν σοι και τω δικαίω εκείνω· πολλά γαρ έπαθον σήμερον κατ' όναρ δι' Αυτόν».

Προθύμως, λίαν προθύμως, θα ενέδιδεν ο Πιλάτος εις τα ίδια αυτού προαισθήματα, και προθυμότερον ακόμη θα υπήκουεν εις τον μυστηριώδη τούτον οιωνόν. Το ότι πολλοί εκ των φανατικών εκείνων, δι' ους η στάσις ήτο αυτή η πνοή της ζωής των, θα ήσαν ειλικρινώς κατηγορούντες επί στάσει τον Ιησού ήτο, ως εγίνωσκε παράλογον. Η διαφανής υποκρισία των εις το ζήτημα τούτο επηύξανε μόνον την απροκάλυπτον κατάφρόνησίν του. Εάν ετόλμα να δείξη τα αληθή αισθήματά του, θα τους απήλαυνεν εκ του δικαστηρίου μεθ' υψηλόφρονος αδιαφορίας. Αλλ' ο Πιλάτος ήτο ένοχος, και η ενοχή είνε ανανδρία, και η ανανδρία είνε αδυναμία. Αι ίδιαι παλαιαί σκληρότητές του, τον έκαμαν να καταστείλη την ορμήν του οίκτου, και να προσθέση εις τας παλαιάς σκληρότητάς του μίαν ασυγκρίτως στυγερωτέραν. Εγνώριζεν ότι σοβαρά παράπονα υπήρχον εκκρεμή κατ' αυτού. Εκείνοι οι Σαμαρείται, τους οποίους είχεν υβρίσει και πατάξει, εκείνοι οι Ιουδαίοι, τους οποίους είχε μαχαιρώσει εν μέσω του συνωθισμού του όχλου διά των χειρών των μεταμφιεσμένων στρατιωτών του, εκείνοι οι Γαλιλαίοι, των οποίων τα αίματα είχεν αναμίξει με τας θυσίας — όλων αυτών το αίμα δεν εβόα εκδίκησιν; Δεν υπήρχε πρεσβεία παραπόνων κατ' αυτού και τώρα ακόμη;

Το σκολιόν της πολιτικής του έπιπτε κατά της ιδίας κεφαλής του, και καθίστα αδυνάτους τας ιδίας επιθυμίας του. Η νέμεσις των παρελθουσών κακουργιών του ήτο ότι δεν ηδύνατο πλέον αγαθόν να πράξη. Οι Ιερείς και οι εκ του Συνεδρίου «ανέπεισαν» τον όχλον (ή ανέπεισαν), και ο όχλος παραφόρως απήτει την Πασχάλιον χάριν την οποίαν τους είχεν υπομνήσει· αλλά πράττοντες ούτω έρριψαν αποφασιστικώτερον το προσωπείον της απαισίας φύσεως του μίσους των κατά του Λυτρωτού. Διότι, ενώ φανερά εφρύαττον κατά της αποστασίας δήθεν Ενός όστις ήτο εντελώς υπήκοος και ειρηνικός, εκραύγαζον υπέρ της απελευθερώσεως ανθρώπου του οποίου η εγνωσμένη αποστασία είχε κηλιδωθή προσέτι διά ληστείας και φόνου. Μισήσαντες τον αθώον, ηγάπησαν τον ένοχον, και απήτουν την χάριν του Πραίτωρος ουχί διά τον Ιησούν, αλλά διά τον Βαραββάν, όστις ου μόνον ήτο ό,τι ψευδώς ισχυρίζοντο περί του Ιησού, αρχιστασιώτης, αλλά ληστής και φονεύς! Ήτο αρμόζον ίνα αυτοί, οίτινες είχον προκρίνει ένα ευτελή Σαδδουκαίον του αληθούς Αρχιερέως των, και ένα αιμομίκτην Ιδουμαίον του Κυρίου και Βασιλέως των, εσκεμμένως προκρίνωσι του Μεσσίου των ένα φονέα.

Δυνατόν ο Βαραββάς να προσήχθη και αυτός εκεί, και ούτω ο ανθρωποκτόνος και ο Ζωοδότης ίσταντο ομού εις το δικαστήριον εκείνο. Ο λαός, πεισθείς υπό των ιερέων του, εκραύγαζεν υπέρ της απολύσεως του στασιαστού και του ληστού. Προς τούτον πάσα χειρ ωρέγετο, και υπέρ τούτου πάσα φωνή υψούτο, υπέρ του Αγίου, του Ακάκου, του Αμώμου, υπέρ εκείνου ον μύρια Ωσαννά είχον προσαγορεύσει πέντε ημέρας πρότερον, ουδέ λέξις ελέους ή συνηγορίας εύρεν έκφρασιν. «Το είδος Αυτού άτιμον και εκλείπον προς πάντας τους υιούς ανθρώπων».

Ο Πιλάτος ήκουσε μετά περιφρονητικής αγανακτήσεως την εκλογήν των. «Τι ουν θέλετε ποιήσω (ηρώτησε) τον Βασιλέα των Ιουδαίων;» Τότε πρώτον εξερράγη μανιώδης η κραυγή, Σταύρωσον! σταύρωσον Αυτόν!» Μάτην και πάλιν, κατά τα διαλείμματα του θορύβου, ο Πιλάτος επέμενε, μετ' αυξούσης επί μάλλον και μάλλον αδυναμίας βουλήσεως, «Τι γαρ κακόν εποίησεν; — Ουχ ευρίσκω εν Αυτώ αιτίαν — Παιδεύσας Αυτόν απολύσω». Τοιαύτη ασθενής αντίστασις επρόδιδε μόνον εις τους Ιουδαίους τους ενδομύχους φόβους του Πραίτωρος, και καθίστα αυτούς κατ' ουσίαν κυρίους των πραγμάτων. Εκείνοι εξηκολούθουν μανιωδώς να κραυγάζωσιν; «Αίρε τούτον! Απόλυσον ημίν τον Βαραββάν! Σταύρωσον, σταύρωσον!»

Προς στιγμήν ο Πιλάτος ενέδωκεν εις την καταιγίδα. Απέλυσε τον Βαραββάν· παρέδωκε τον Ιησούν ίνα μαστιγωθή. Η λέξις του Ευαγγελιστού (φραγγελώσας) δεικνύει το όργανον ου εγένετο χρήσις ήτο το «φρικώδες φραγγέλιον», ως ονομάζει τούτο ο Οράτιος, και του οποίου το ρωσικόν κνούτον είνε το μόνον νεώτερον λείψανον. Η φραγγέλωσις αύτη ήτο το σύνηθες προοίμιον της σταυρώσεως και άλλων κεφαλικών ποινών. Ήτο δε τιμωρία τόσον φοβερά αληθώς, ώστε το πνεύμα την αποτροπιάζεται· και προ πολλού κατηργήθη διά της συμπαθείας εκείνης της ανθρωπότητος, ήτις τόσον μεγάλως ανεπτύχθη, και κατά πολύ επλάσθη μάλιστα, διά της βαθμιαίας κατανοήσεως της χριστιανικής αληθείας. Ο κατάδικος, εγυμνούτο, εδεσμεύετο κυπτός προς κίονα, και επί των γυμνών νώτων του κατεφέροντο τα δερμάτινα λωρία της μάστιγος, με προσηρτημένα τεμάχια οστών και μολύβδου (εκαλείτο αύτη μάστιξ αστραγαλωτή), πολλάκις τα λωρία κατεφέροντο κατά του προσώπου και των οφθαλμών. Ήτο τιμωρία τόσον βδελυρά και απαισία, ώστε συνήθως ο δεσμώτης ελιποθύμει, πολλάκις δε και απέθνησκεν υπό του άλγους. Και μετά την φοβεράν ταύτην ωμότητα, επηκολούθησεν αμέσως ο τρίτος και πικρότερος προπηλακισμός, ο εμπαιγμός του Χριστού ως Βασιλέως.

Μεταξύ των πεπολιτισμένων εθνών ό,τι δυνατόν γίνεται προς απαλλαγήν του καταδίκου από πάσης ματαίας κακοπαθείας· αλλά παρά τοις Ρωμαίοις η ύβρις και ο περίγελως ήσαν τα συνήθη προανακρούσματα της εσχάτης αγωνίας. Απλώς το θέαμα της αγωνίας είν' ευάρεστον εις ψυχάς πεπωρωμένας. Οι απάνθρωποι στρατιώται του Πραιτωρίου, όχι Ρωμαίοι μόνον, οίτινες δυνατόν να είχον το αίσθημα της εμφύτου αξιοπρεπείας του εν σιωπή πάσχοντος, αλλά τα μίσθαρνα περιτρίμματα των Ρωμαϊκών Επαρχιών, απήγαγον Εκείνον εις τον στρατώνα των, κ' εκεί ενέπαιξαν, εν τω αγρίω μίσει των, τον Βασιλέα ον είχον βασανίσει. Μεγάλως έχαιρον να έχωσιν εις την εξουσίαν των Ένα όστις ήτο Ιουδαϊκής καταγωγής, είχε δε άσπιλον τον βίον και μεγαλοπρεπές το ήθος. Η ευκαιρία διέκοπτε τόσον ευαρέστως την βάναυσον μονοτονίαν του βίου των, ώστε εκάλεσαν όλους τους συστρατιώτας των, όσοι δεν είχον υπηρεσίαν, να παραστώσιν εις το θέαμα. Προέβησαν δε εις την παρωδίαν όλης της βασιλικής εθιμοταξίας, διά σκωπτικής στέψεως, σκωπτικής περιβολής, σκωπτικού προσκυνήματος. Στέφανον εξ ακανθών περιέβαλον περί την αιμάσσουσαν κεφαλήν Αυτού· εις τας δεσμίας και αιμασσούσας χείρας Του έθεσαν κάλαμον ως σκήπτρον· τους ώμους Του περιέβαλον με παλαιάν τινα και εφθαρμένην κοκκίνην χλαμύδα, ως πορφύραν. Ταύτην ενεπόρπησαν περί τον δεξιόν ωμόν Του μετά προσποιητής σοβαρότητος, και είτα, έκαστος το γόνυ κάμπτων ειρωνικώς, εμπτύων ατίμως, τύπτων διά του καλάμου την κεφαλήν Εκείνου, διήρχοντο έμπροσθεν Αυτού γονυπιτούντες και εμπαικτικώς προσαγορεύοντες, «Χαίρε, ο Βασιλεύς των Ιουδαίων!»

Και τώρα ακόμη, ο Πιλάτος ήλπιζε και προσεπάθει να Τον σώση. Θα ηδύνατο να παραστήση την φοβεράν εκείνην μαστίγωσιν όχι ως προοίμιον της σταυρώσεως, αλλ' ως εξέτασιν διά βασάνου, ήτις απέτυχε ν' αποσπάση περαιτέρω ομολογίαν. Και καθώς εξήλθεν ο Ιησούς, καθώς εστάθη παρ' αυτόν με τον ακάνθινον στέφανον, με την χλαμύδα και τον κάλαμον, με το αίμα και τους μώλωπας και την θανάσιμον αγωνίαν και την ωχρότητα της όψεως και των αΰπνων οφθαλμών, και τότε ακόμη, κατά την ώραν της εσχάτης ταπεινώσεώς Του, καθώς εστάθη εν τω μεγαλείω της αγίας γαλήνης Του επί του δικαστηρίου εκείνου υπεράνω του ωρυομένου πλήθους, επεφάνη επ' Αυτού τόσον θεοπρεπής υπεροχή, ώστε ο Πιλάτος αφήκε την ακουσίαν εκείνην επιφώνησιν, ήτις εδόνησεν έκτοτε εν βαθεία συγκινήσει τόσας χιλιάδας μυριάδων καρδίων.

«Ίδε ο άνθρωπος!»

Αλλ' η έκκλησις αύτη εξήγειρε μόνον αγρίαν έκρηξιν κραυγών, «Σταύρωσον, σταύρωσον Αυτόν!» Απλή η θέα Εκείνου, και εν τη ανεκλαλήτω αισχύνη και τη λύπη Του, εφαίνετο να προσθέτη νέαν χολήν εις το μίσος των. Μάτην ο εθνικός στρατιώτης επικαλείται φιλανθρωπίαν παρά του Ιουδαίου Ιερέως· ουδέ καρδία εδονήθη ελέους παλμόν· ουδέ φωνή διέκοψε τον μονότονον ωρυγμόν εκείνον, «Αρον! άρον! Σταύρωσον Αυτόν!» Ο Ρωμαίος όστις είχε χύσει το αίμα ως ύδωρ, επί του πεδίου των μαχών, εν φανερά σφαγή, εν κρυφία δολοφονία, ευλόγως θα ηδύνατο να υποτεθή ότι είχε παγωμένην και λιθίνην καρδίαν αλλά παγερωτέρα και λιθοειδεστέρα ήτο η καρδία των λεπτολόγων εκείνων υποκριτών και φιλοκόσμων ιερέων. «Λάβετε Αυτόν υμείς και σταυρώσατε», είπεν ο Πιλάτος εν άκρα αηδεία, «ότι ουχ ευρίσκω εν Αυτώ αιτίαν». Οποία αποδοχή εκ μέρους Ρωμαίου δικαστού! «Εφ' όσον δύναμαι να κρίνω, είνε εντελώς αθώος· αλλ’ όμως αν πρέπει να Τον σταυρώσητε, λάβετέ Τον και σταυρώσατε. Δεν δύναμαι να εγκρίνω, αλλά προθύμως θα συνεπινεύσω, εις την παρ' υμών αθέτησιν του νόμου». Αλλά και αυτή η αθλία, ένοχος υπεκφυγή δεν συγχωρείται εις αυτόν. Ο Σατανάς θέλει να έχη από τους υπηρέτας του την πλήρη ολότητα των εγκλημάτων των, και την ιδιόχειρον υπογραφήν της ιδίας συγκαταθέσεώς των μέχρι τέλους. Ό,τι οι Ιουδαίοι επιθυμούσιν, ότι θέλουσι να λάβωσιν, είνε όχι σιωπηλή επίνευσις, αλλ' απόλυτος κύρωσις. Συνοίδασι την ισχύν των. Βλέπουσιν ότι Πραίτωρ ούτος με τας χείρας τας αιμοβαφείς δεν τολμά να μείνη ακλόνητος· γνωρίζουσιν ότι η ρωμαϊκή πολιτική είνε ανεκτική παραχωρήσεων προς τας επιχωρίους δεισιδαιμονίας. Τολμηρώς άρα αποσκορακίζουσι παν ζήτημα περί πολιτικού εγκλήματος, και με όλα τα υποκριτικά προσχήματά των πεπυρακτωμένα εις το καίον πάθος των, κραυγάζουσιν, «Ημείς νόμον έχομεν και κατά τον νόμον ημών οφείλει αποθανείν, ότι Εαυτόν Υιόν Θεού εποίησεν».

Υιόν Θεού! Η ιδέα ήτο πολύ ολιγώτερον παράδοξος και απεχθής εις εθνικόν ή εις Ιουδαίον· και η λέξις αύτη, ανήκουστος πριν, εξέπληξε τον Πιλάτον. Και πάλιν, αφήσας το μυκώμενον πλήθος έξω, λαμβάνει τον Ιησούν έσω εις το Κριτήριον, και Τον ερωτά έμφοβος, «Πόθεν ει Συ;» Δι' αυτόν ο Ιησούς είχεν ομιλήσει αρκετά ήδη. Δεν απήντησε. Τότε σχεδόν οργίλως ο Πιλάτος, «Εμοί ου λαλείς; Ουκ οίδας ότι εξουσίαν έχω σταυρώσαί Σε, και εξουσίαν έχω απολύσαι Σε;» εξουσίαν, πώς τούτο; Λοιπόν η δικαιοσύνη δεν είνε τίποτε; η αλήθεια τίποτε; η αθωότης τίποτε; η συνείδησις τίποτε; Εν τη αληθεία των πραγμάτων ο Πιλάτος δεν [είχε] τοιαύτην εξουσίαν· και εν τη αυθαιρέτω εννοία του τυράννου ήτο μάταιος κόμπος, διότι κατ' αυτήν την στιγμήν εκυμαίνετο μεταξύ ατολμίας και αβουλησίας. Και ο Ιησούς ώκτειρε την έξαλλον απόγνωσιν του ανθρώπου, τον οποίον η αμαρτία είχε μετατρέψει από άρχοντος εις δούλον, ελαφρύνων δε μάλλον το αμάρτημά του απήντησε, «Ουκ είχες εξουσίαν κατ’ Εμού ει μη ην σοι δεδομένον άνωθεν· διά τούτο ο παραδιδούς Με σοι μείζονα αμαρτίαν έχει». Ναι μεν, πράττεις μέγα έγκλημα, αλλ' ο Ιούδας, ο Άννας, ο Καϊάφας οι ιερείς ούτοι και οι Ιουδαίοι, είνε πλέον ένοχοι ή συ. Ούτω μετά πραότητος έκρινεν ο Ιησούς τον κριτήν Του. Εις τα βάθη της ψυχής του ο Πιλάτος ησθάνθη την αλήθειαν των λόγων, σιωπηλώς ανεγνώρισε την υπεροχήν του δεσμίου και του μεμωλωπισμένου θύματος. Παν ό,τι ανθρώπων έμενεν εν αυτώ ερρίγησεν ασύνηθες ρίγος προς τας ολίγας ταύτας αταράχους λέξεις του Υιού του Θεού. Η κρίσις ηύξησε μόνον τον φόβον του προς το μυστηριώδες εκείνο Ον, του οποίου η άκρα αδυναμία εφαίνετο μεγαλειοτέρα και φοβερωτέρα ή όσον η υπερτάτη δύναμις. Από της ώρας εκείνης ο Πιλάτος ήτο προθυμότερος, να Τον σώση. Με τεταραγμένην την συνείδησιν διά τρίτην και τελευταίαν φοράν ανέβη εις το δικαστήριόν του και κατέβαλε μίαν έτι απηλπισμένην προσπάθειαν. Ήγαγε τον Ιησούν έξω, και αποβλέψας προς Αυτόν, εστώτα εν σιωπή και αγωνία, αλλ' ατάραχον, επί του λαμπρού εκείνου λιθοστρώτου, του Γαββαθά, υπεράνω των θηριωδών ωρυγμών του πλήθους, είπε προς τους ταραξίας, «Ίδε ο Βασιλεύς υμών». Αλλ' εις τους Ιουδαίους ήτο ως αισχρόν όνειδος το να ονομάζη Βασιλέα των τον μαστιγωμένον εκείνον Δεσμώτην. Μεταξύ των απαισίων κραυγών «Σταυρωθήτω», δυσοίωνοι απειλαί ήρχισαν πρώτην φοράν ν' αναμιγνύωνται. Ήτο ήδη τρίτη ώρα της ημέρας, και επί τρεις ώρας ούτοι εμαίνοντο εκεί και ήφριζον εκ λύσσης. Το όνομα του Καίσαρος ήρχισε ν' ακούηται με οργίλους ψιθυρισμούς. «Τον Βασιλέα υμών σταυρώσω;» είχεν ερωτήσει ο Πιλάτος, εκσπών την οργήν και την λύπην της καρδίας του εις ονειδισμούς κατ' αυτών. «Ουκ έχομεν Βασιλέα ειμή Καίσαρα!» εφώνησαν οι ιερείς και οι Σαδδουκαίοι, ρίπτοντες εις κόρακας πάσαν εθνικήν φιλοδοξίαν και πάσαν περί Μεσσίου ελπίδα. «Εάν τούτον απολύσης, έκραζε πάλιν και κατ' επανάληψιν ο λαός, ουκ ει φίλος του Καίσαρος: Πας ο βασιλέα εαυτόν ποιών αντιλέγει τω Καίσαρι». Και εις το σκοτεινόν και τρομερόν εκείνο όνομα του Καίσαρος ο Πιλάτος έτρεμεν. Ανελογίσθη το τρομερόν εκείνο μορμολύκειον της τυραννίας, το έγκλημα καθοσιώσεως, εις το οποίον όλα τα εγκλήματα συλλήβδην περιλαμβάνονται, κατά τον Τάκιτον, το οποίον είχε κάμη το αίμα να ρεύση ως ύδωρ εις τας οδούς της Ρώμης.

Ανελογίσθη τον Τιβέριον, τον γηραιόν κακούργον αυτοκράτωρα, «τον πλήρη ελκών και πυρετών, και έχοντα εννέα είδη λέπρας». Περί τον χρόνον τούτον είχε καταντήσει είπερ ποτέ μισάνθρωπος και θηριώδης κατόπιν της ανακαλύψεως της προδοσίας του μόνου φίλου του, του Σεϊανού, και εις τον Σεϊανόν ώφειλεν ο Πιλάτος την θέσιν του. Δυνατόν να υπήρχον κρύφιοι καταγγελείς μεταξύ αυτού του μαινομένου πλήθους. Κυριευθείς υπό πανικού ο άδικος δικαστής, υπείκων εις τον ενδόμυχον τρόμον του, εν γνώσει επρόδωκε το αθώον θύμα. Ο τοσάκις εκπορνεύσας την δικαιοσύνην, δεν ίσχυσε νυν να εκτελέση την μόνην δικαίαν πράξιν ην επεθύμει. Ο τοσάκις φονεύσας τον οίκτον, περιήλθε νυν εις απαγόρευσιν να γευθή την γλυκύτητα του οίκτου την οποίαν επόθει. Ο τοσάκις καταχρασθείς την εξουσίαν, ευρέθη νυν εις αδυναμίαν να την εξασκήση εφάπαξ υπέρ του δικαίου. Αληθώς δι' αυτόν, η αμαρτία κατέστη εριννύς, και αι ίδιαι κακίαι του κατέστησαν όργανον της τιμωρίας του. Κατά την περίοδον ταύτην, η κατ' άλλην πρωιμωτέραν, της δίκης, παρέστησε την επίσημον κωμωδίαν του να προσπαθήση ν' αποπλύνη την συνείδησίν του από πάσης ενοχής. «Λαβών ύδωρ, απενίψατο τας χείρας απέναντι του όχλου, λέγων Αθώος ειμι από του αίματος του δικαίου τούτου· υμείς όψεσθε». Εφρόνει ούτω ότι απέπλυνε την συνείδησίν του; Ηδύνατο να νίψη τας χείρας του· αλλ' ηδύνατε να νίψη την καρδίαν του; Αλλ' η φωνή του επνίγη εντός του μυκηθμού, του φοβερωτέρου, του βδελυρωτέρου, του μάλλον αξιομνημονεύτου ον η ιστορία αναφέρει. «Το αίμα Αυτού εφ' ημάς και επί τα τέκνα ημών». Τότε ο Πιλάτος οριστικώς ενέδωσε. «Τότε ουν παρέδωκεν Αυτόν αυτοίς ίνα σταυρωθή».

Και τώρα παρατηρήσατε επί στιγμήν τας εκδικήσεις της ιστορίας. Το αίμα Του δεν είνε επ' αυτού και επί τα τέκνα των; Δεν έπεσε προ πάντων επί εκείνους οίτινες έλαβον πρωτεύον μέρος εις την βαθείαν τραγωδίαν; Πριν ή συντελεσθή η φοβερά θυσία, ο Ιούδας απέθανεν εν τη φρίκη στυγεράς αυτοκτονίας. Ο Καϊάφας καθηρέθη το επιόν έτος. Ο Ηρώδης εν ατιμία και υπερορία απέθανεν. Ο Πιλάτος παυθείς από του αξιώματός του, κατέστρεψεν εαυτόν εν αυτοκτονία και εξορία, αφήσας όνομα μισητόν. Η οικία του Άννα κατεστράφη μίαν γενεάν ύστερον υπό όχλου εμμανούς, ο δε υιός του εμαστιγώθη εις τας οδούς και εσφάγη. Τινές των μετασχόντων και παραστάντων εις τας σκηνάς της ημέρας εκείνης, και χιλιάδες εκ των τέκνων των, ομοίως μετέσχον και παρέστησαν εις τας μακράς φρικαλεότητας της πολιορκίας εκείνης της Ιερουσαλήμ, ήτις μένει απαραδειγμάτιστος εν τη ιστορία. Είχον κραυγάσει, «Ουκ έχομεν βασιλέα ειμή Καίσαρα!» και δεν έσχον βασιλέα ειμή τον Καίσαρα· και Καίσαρ μετά Καίσαρα ύβρισε και ετυράννησε και διήρπασε και κατεπίεσεν αυτούς, εωσού τέλος ηγέρθησαν εις αγρίαν αποστασίαν κατά του Καίσαρος τον οποίον είχον ζητήσει, και είς Καίσαρ έσβεσεν εις το αίμα των την φλέγουσαν τέφραν του καέντος και βεδηλωθέντος ναού των. Είχον βιάσει τους Ρωμαίους να σταυρώσωσι τον Χριστόν τον Κύριόν των, και, οι αποτροπιαζόμενοι τον σταυρικόν θάνατον, αυτοί και τα τέκνα των εσταυρώθησαν υπό των Ρωμαίων κατά μυριάδας έξω των ιδίων τειχών των, εωσότου επέλιπεν ο χώρος και τα ξύλα εξέλιπον. «Προσήλουν οι στρατιώται (γράφει ο Ιουδαίος Ιώσηπος) άλλον άλλω σχήματι προς χλεύην, και διά το πλήθος χώρας τε ενελείπετο τοις σταυροίς και σταυροί τοις σώμασιν». Όθεν εκείνοι οίτινες μόνον το «Σταυρωθήτω!» είχον εις τα στόματά των, διά του σταυρού αντημείφθησαν εις τα σώματά των. Είχον δώσει τριάκοντα αργύρια διά το αίμα του Σωτήρος των, και αυτοί επωλούντο αντί δηναρίου κατά χιλιάδας. Είχον προκρίνει τον Βαραββάν του Μεσσίου, και Μεσσίαν δεν είδον πλέον ειμή ψευδομεσσίας παραιτίους δεινών συμφορών εις το έθνος των. Απεδέχθησαν την ενοχήν του αίματος, και αι τελευταίαι σελίδες της ιστορίας των συνεκολλήθησαν ομού από τους ποταμούς του αίματός των, και το αίμα τούτο εξηκολούθησε να χύνεται εις αλογίστους σκληρότητας από γενεάς εις γενεάν. Δεν υπάρχει εν τη ιστορία τίποτε άνευ εννοίας εις τον θεωρούντα ταύτην ως την φωνήν του Θεού λαλούσαν διά μέσου του προρισμού των εθνών· και πρέπει να είνε τυφλός τις διά να μη βλέπη ότι, ότε ο φόνος του Χριστού συνετελέσθη, η αξίνη ετέθη παρά την ρίζαν του δένδρου της Ιουδαϊκής φυλής. Από της ημέρας εκείνης η Ιερουσαλήμ και τα πέριξ αυτής, κατέστη μέγα και αχανές νεκροταφείον, Ακελδαμά, αίματος αγρός, αγρός κεραμέως εις ταφήν τοις ξένοις. Καθώς το στίγμα του Κάιν, το οποίον προσεκολλάτο εις τον φονέα, η ενοχή του αίματος εκείνου εφάνη προσκολληθείσα εις αυτούς, ως πάντοτε θα γίνεται, μέχρις ου το Αυτό Αίμα την εξαλείψη. Διότι, κατά θείον έλεος, το αίμα το χυθέν υπ' εκείνων ομοίως εχύθη και δι' εκείνους· η φωνή την οποίαν ηγωνίσθησαν να πνίξωσι διά του θανάτου, υψώθη εν τη τελευταία προσευχή της επικαλουμένη έλεος διά τους φονείς Του. Είθε το αίμα εκείνο να εξαλείψη την ανομίαν των! είθε η προσευχή εκείνη να εισακουσθή!



Η Θεία Λειτουργία

Η Θεία Λειτουργία στα Αραβικά -

خدمة القداس الإلهي عربي

Πειραϊκὴ Ἐκκλησία

Ακούστε (((ο)))
Πειραϊκή Εκκλησία 912fm

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ

Κάθε λογισμὸς καὶ κάθε αἴσθηση ὁδηγοῦν σταδιακὰ τὴν ψυχὴ εἴτε πρὸς τὸν παράδεισο εἴτε πρὸς τὴν κόλαση.

Ἄν ὁ λογισμὸς εἶναι ἔλλογος, τότε συνδέει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεὸ Λόγο, μὲ τὸν ὕψιστο Λογισμό, μὲ τὴν Παναξία, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ὁ παράδεισος.

παράδεισος

Ἐάν πάλι εἶναι ἄλογος ὁ λογισμὸς ἤ καὶ παράλογος, τότε συνδέει ἀναπόφευκτα τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Παράλογο, τὸν Ἀνόητο, μὲ τὸν διάβολο, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ἡ κόλαση.

Ὅσα ἰσχύουν γιὰ τὸν λογισμὸ, ἰσχύουν καὶ γιὰ τις αἰσθήσεις. Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ, ἀπὸ τὴν γῆ: καὶ ὁ παράδεισος μὰ καὶ ἡ κόλαση τοῦ ἀνθρώπου.

Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ιωάννου Χρυσοστόμου

Ἐγὼ πατὴρ, ἐγὼ ἀδελφὸς, ἐγὼ νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφὴ, ἐγὼ ἱμάτιον, ἐγὼ ῥίζα, ἐγὼ θεμέλιος, πᾶν ὅπερ ἂν θέλῃς ἐγώ· μηδενὸς ἐν χρείᾳ καταστῇς. Ἐγὼ καὶ δουλεύσω· ἦλθον γὰρ διακονῆσαι, οὐ διακονηθῆναι. Ἐγὼ καὶ φίλος, καὶ μέλος, καὶ κεφαλὴ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ ἀδελφὴ, καὶ μήτηρ, πάντα ἐγώ· μόνον οἰκείως ἔχε πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ πένης διὰ σέ· καὶ ἀλήτης διὰ σέ· ἐπὶ σταυροῦ διὰ σὲ, ἐπὶ τάφου διὰ σέ· ἄνω ὑπὲρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρὶ, κάτω ὑπὲρ σοῦ πρεσβευτὴς παραγέγονα παρὰ τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σὺ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ συγκληρονόμος, καὶ φίλος, καὶ μέλος. Τί πλέον θέλεις; τί τὸν φιλοῦντα ἀποστρέφῃ; τί τῷ κόσμῳ κάμνεις; τί εἰς πίθον ἀντλεῖς τετρημένον;  περισσότερα »»»

Η Ελλάδα και ο Υμνος της Ελευθερίας

Ελληνική σημαία - Ελλάς - Ελευθερία

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Υπεραγία Παρθένος Θεοτόκος Μαρία

Κύριος διασκεδάζει βουλὰς ἐθνῶν, ἀθετεῖ δὲ λογισμοὺς λαῶν καὶ ἀθετεῖ βουλὰς ἀρχόντων· ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Κυρίου εἰς τὸν αἰῶνα μένει, λογισμοὶ τῆς καρδίας αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. (Ψαλ. 32, 10-11)

εἰ δέ τις τῶν ἰδίων καὶ μάλιστα τῶν οἰκείων οὐ προνοεῖ, τὴν πίστιν ἤρνηται καὶ ἔστιν ἀπίστου χείρων. (Τιμ.Α 5,8)

Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας

Οἱ ἄνθρωποι καταχρηστικά λέγονται λογικοί. Δεν εἶναι λογικοὶ ὅσοι ἔμαθαν ἀπλῶς τὰ λόγια καὶ τὰ βιβλία τῶν ἀρχαίων σοφῶν, ἀλλ' ὅσοι ἔχουν τὴ λογικὴ ψυχὴ καὶ μποροῦν νὰ διακρίνουν ποιὸ εἶναι τὸ καλὸ καἰ ποιὸ τὸ κακό καὶ ἀποφεύγουν τὰ πονηρὰ καὶ βλαβερὰ στὴν ψυχή, τὰ δὲ ἀγαθὰ καὶ ψυχωφελῆ, τὰ ἀποκτοῦν πρόθυμα μὲ τὴ μελέτη καὶ τὰ ἐφαρμόζουν μὲ πολλὴ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό. Αὐτοὶ μόνοι πρέπει νὰ λέγονται ἀληθινὰ λογικοὶ ἄνθρωποι.

St Antony the Great

Ἐφ᾿ ὅσον ἐννοεῖς τὰ περὶ Θεοῦ, νὰ εἶσαι εὐσεβής, χωρὶς φθόνο, ἀγαθός, σώφρων, πράος, χαριστικὸς κατὰ δύναμιν, κοινωνικός, ἀφιλόνεικος καὶ τὰ ὅμοια. Διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ἀπαραβίαστο ἀπόκτημα τῆς ψυχῆς, νὰ ἀρέσει στὸ Θεὸ μὲ τέτοιες πράξεις καὶ μὲ τὸ νὰ μὴν κρίνει κανέναν καὶ νὰ λέει γιὰ κανέναν, ὅτι ὁ δείνα εἶναι κακὸς καὶ ἁμάρτησε. Ἀλλὰ καλλίτερο εἶναι νὰ συζητᾶμε τὰ δικά μας κακά, καὶ νὰ ἐρευνᾶμε μέσα μας τὴ δική μας πολιτεία, ἐὰν εἶναι ἀρεστὴ στὸ Θεό. Διότι, τί μᾶς μέλει ἐμᾶς, ἐὰν ὁ ἄλλος εἶναι πονηρός;